© Γιατροί του Κόσμου – Ελληνική Αντιπροσωπεία 2018. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.

Η αναπαραγωγή και η διάχυση του παρόντος υλικου επιτρέπεται χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη γραπτή άδεια από τους κατόχους των πνευματικών δικαιωμάτων όταν πρόκειται για ευαισθητοποίηση του κοινού και για άλλους μη εμπορικούς σκοπούς με την προϋπόθεση ότι θα αναγνωρισθεί πλήρως η πηγή του. Αναπαραγωγή για μεταπώληση ή άλλους εμπορικούς σκοπούς, ή μετάφραση για οποιοδήποτε σκοπό, απαγορεύεται χωρίς γραπτή άδεια των κατόχων των πνευματικών δικαιωμάτων. Οι αιτήσεις για την εν λόγω άδεια θα πρέπει να απευθύνονται στο τμήμα επικοινωνίας των Γιατρών του Κόσμου – Ελληνική Αντιπροσωπεία στο info@mdmgreece.gr

Όλες οι εύλογες προσπάθειες έχουν γίνει από τους Γιατρούς του Κόσμου - Ελληνική Αντιπροσωπεία προκειμένου να επαληθευθούν οι πληροφορίες που περιέχονται στην παρούσα δημοσίευση. Ωστόσο, το παρόν υλικό διανέμεται χωρίς εγγυήσεις οποιουδήποτε είδους, είτε ρητές είτε σιωπηρές. Η ευθύνη για την ερμηνεία και τη χρήση του υλικού ανήκει στον αναγνώστη. Σε ουδεμία περίπτωση δεν φέρουν ευθύνη οι Γιατροί του Κόσμου – Ελληνική Αντιπροσωπεία για ζημίες που προκύπτουν από τη χρήση του.

Γιατροί του Κόσμου – Ελληνική Αντιπροσωπεία

Τμήμα Επικοινωνίας

Κεντρικά Γραφεία

Σαπφούς 12, 105 53

Αθήνα, Ελλάδα

Email: info@mdmgreece.gr

Πηγή: sarajevomag

 psyche killers
[2] η αποασυλοποίηση που δεν έγινε

 

Sarajevo: Ας αρχίσουμε απ’ το τέλος. Τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή σχετικά με το Δαφνί και το Δρομοκαΐτιο;
Στέλιος: Με το σύμφωνο Λυκουρέτζου - Ador, που υπογράφτηκε τον Απρίλη του ’13, ενάμισυ χρόνο πριν, πρέπει μέχρι το τέλος του 2015 να έχουν κλείσει τα 3 ψυχιατρεία που έχουν απομείνει στην Ελλάδα.  Οπότε όλη η προεργασία της ετοιμασίας των ασθενών για να αφήσουν το περιβάλλον του ασύλου και να επανενταχθούν σε κοινοτικές δομές ή στις οικογένειές τους, να αποσπαστούν εργαζόμενοι σε τέτοιες κοινοτικές δομές, όλα αυτά πρέπει να γίνουν βιαστικά και στο πόδι. Αυτή τη χρονιά.

S.: Να πάνε οι ασθενείς σε υποτιθέμενες δομές, σε δομές που δεν έχουν φτιαχτεί, έτσι δεν είναι; Οπότε τώρα αυτοί οι άνθρωποι είναι στον αέρα.
Στ.: Ακριβώς. Το κλείσιμο του ψυχιατρείου, του ασύλου, επιβάλλεται εξαιτίας της αλλαγής, τόσο της επιστημονικής άποψης όσο και της κοινωνικής, για το πως αντιμετωπίζουμε την ψυχική νόσο. 
Η ιστορία των κινήσεων για το κλείσιμο των ασύλων πάει πολλά χρόνια πίσω. Στην ελλάδα αυτή η απαίτηση ξεπερνά τα όρια της ψυχιατρικής κοινότητας, το 1988. Δεν είναι απόλυτα επιβεβαιωμένο, αλλά λέγεται ότι τότε κάποιοι νεαροί αγροτικοί γιατροί πήγαν στη Λέρο και, καθώς ήταν επηρεασμένοι απ’ τα κοινωνικά κινήματα, την αντι-ψυχιατρική, το “πείραμα της Τεργέστης” του Basaglia, ο οποίος είχε γράψει πολλά εκείνη την περίοδο ενάντια στον εγκλεισμό, μόλις είδαν την κατάσταση στο ψυχιατρείο της Λέρου, λέγεται ότι αυτοί ήταν που κάλεσαν τους δημοσιογράφους του Observer, κι έγινε εκείνο το δημοσίευμα για τη Λέρο που προκάλεσε διεθνή κατακραυγή. “Το ένοχο μυστικό της Ευρώπης”... Δημοσίευσαν φωτογραφίες απ’ τους ανθρώπους, γυμνούς, σε ημιάγρια κατάσταση, κι έτσι αυξήθηκε πολύ η πίεση προς την ελλάδα, που είχε αρχίσει λίγα χρόνια νωρίτερα, με την οδηγία 815/84, προκειμένου να κλείσουν τα ψυχιατρεία. [1] Από εκείνο το χρονικό σημείο, τέλη της δεκαετίας του ’80 δηλαδή, αρχίζει η πιο συστηματική διαβούλευση, και η σταθερή ροή χρημάτων απ’ την ευρώπη, για αυτό το σκοπό.
Σ’ εκείνη τη φάση το ελληνικό κράτος δεν είχε κανένα σχέδιο κλεισίματος των ψυχιατρείων, αποασυλοποίησης, και πρακτικής υιοθέτησης μιας εντελώς διαφορετικής κουλτούρας για την αντιμετώπιση της ψυχικής αρρώστιας. Διεθνώς, βέβαια, αυτά είχαν προχωρήσει. Υπήρχαν δύο μοντέλα. Το ένα προερχόταν απ’ το “πείραμα της Τεργέστης” του Basaglia, και ήταν αυτό που είχε υιοθετήσει η ευρωπαϊκή ένωση. Το άλλο ήταν των ηπα. Το μοντέλο των ηπα είναι πιο παλιό, απ’ την δεκαετία του ’70, και έτσι όπως πάνε τα πράγματα είναι το πιο πιθανό να γίνει και στην ελλάδα, τώρα.  Στις ηπα, για λόγους αποκλειστικά οικονομικούς, έκλεισαν τα ψυχιατρεία, χωρίς να υπάρχει καμία προεργασία μετάβασης σε δίκτυα κοινωνικών δομών, οπότε το αποτέλεσμα ήταν (και έχουν γίνει πολλές έρευνες και δημοσιεύσεις επ’ αυτού) να πεθάνουν πολλοί ψυχικά πάσχοντες, που έμειναν άστεγοι, απ’ το κρύο και τις κακουχίες, κάτω από γέφυρες,  κλπ.

Αυτό το λέω για να επισημάνω ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’80 δεν ήταν άγνωστη η τάση για κλείσιμο των ασύλων. Αλλά στην ελλάδα δεν υπήρχε κανένα σχέδιο και καμία φροντίδα γι’ αυτό. Συνεπώς, αρχίζει απ’ το 1989, μετά την πολύ μεγάλη ντροπή της δημόσιας αποκάλυψης του κολαστηρίου της Λέρου, να καταρτίζεται ένα σχέδιο για να γίνει αυτή η μετάβαση. Της αποασυλοποίησης. 
Τώρα το ζήτημα είναι ότι ως εκείνη τη χρονική στιγμή, στην ελλάδα, το ζήτημα της αποασυλοποίησης δουλευόταν απ’ τα κάτω. Από κινηματικούς, από ομάδες, από γιατρούς που αμφισβητούσαν την καθιερωμένη “αλήθεια” του εγκλεισμού. Για παράδειγμα στα Χανιά, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, ομάδες ψυχιάτρων και εργαζομένων που είχαν φτιαχτεί στα ψυχιατρεία, με δική τους πρωτοβουλία, έβγαζαν τους νοσηλευόμενους έξω απ’ το άσυλο, τους πήγαιναν βόλτες, μέχρι και γλέντια οργάνωναν. Αυτά γίνονταν χωρίς υποδομές, χωρίς κρατική συμμετοχή, και με πολύ κόντρα τόσο στην επίσημη θεσμική άποψη όσο και στην τοπική κοινωνία. Αλλά γίνονταν με την καρδιά όσων τα έκαναν, και είχαν αποτελέσματα.

Συνεπώς ως εκείνη τη στιγμή, στο ζήτημα της αποασυλοποίησης, η πίεση ήταν απ’ τα κάτω. Όμως μόλις τίθεται ζήτημα ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, η αποασυλοποίηση αρχίζει να οργανώνεται σαφώς απ’ τα πάνω.  Τι έκανε τότε το υπουργείο υγείας; Μάζεψε πελάτες, σύμφωνα με τα ήθη της εποχής, γιατρούς και πανεπιστημιακούς που ήταν δικοί του (είμαστε τώρα στις αρχές της δεκαετίας του ’90) και έφτιαξε διάφορες επιτροπές, που στην ουσία θα σχεδίαζαν την αποασυλοποίηση, δηλαδή την σταδιακή δημιουργία όλων των απαιτούμενων δομών έτσι ώστε να κλείσουν τα ψυχιατρεία. Γιατί το σχέδιο προέβλεπε ότι για να είναι μέρος της κοινότητας αυτές οι δομές δεν θα τις δημιουργήσει απευθείας το κράτος, αλλά ο λεγόμενος “τρίτος τομέας”, ο “κοινωνικός τομέας” της οικονομίας.

S.: Με την χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής ένωσης φυσικά.
Στ.: Ναι. Μέχρι το 1999, με βάση τον σχεδιασμό, η χρηματοδότηση (θα) ήταν αποκλειστικά της ευρωπαϊκής ένωσης. Από το ’99 και μετά η αναλογία (θα) ήταν 75% ευρωπαϊκή ένωση και 25% από ελληνικές πηγές.

S.: Οπότε βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, με ελληνικό υπουργείο υγείας, που φωνάζει τους δικούς του, για να αρχίσει η ψυχιατρική μεταρρύθμιση. 
Στ.: Ναι. Μαζεύονται αρχικά να συζητήσουν και να σχεδιάσουν τα πρώτα βήματα. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς είχαν μια κάποια διεθνή εμπειρία ή εκπαίδευση, μια τεχνοκρατική προσέγγιση, είχαν κάνει μετεκπαίδευση στην αμερική και στην αγγλία. Αρχίζει λοιπόν η “απ’ τα πάνω” οργάνωση της αποασυλοποίησης.

Να πω εδώ κάτι για τα φάρμακα. Τα τότε καινούργια φάρμακα έπαιξαν τον δικό τους ρόλο στο να ενισχυθεί η τάση της αποασυλοποίησης. Γιατί έγινε αυτό; Γιατί καταπολέμησαν την κοινωνική άποψη περί ανίατου της ψυχικής νόσου. Για να το πω απλά μέχρι εκείνη την εποχή όποιος αρρώσταινε ψυχικά τον έκλειναν κάπου όχι για το δικό του καλό αλλά για να προστατευτεί η οικογένεια, η κοινότητα, κλπ. Και περίμεναν μήπως με τον καιρό βελτιωθεί η κατάστασή του. Ο μέσος χρόνος νοσηλείας / κράτησης αυτού του είδους μετριόταν σε χρόνια. Αλλά μένοντας κλεισμένος και αποκομένος στο άσυλο κάποιος απλά θα έχανε κάθε κοινωνική δεξιότητα, θα στιγματιζόταν, οπότε θα ζούσε και θα πέθαινε εκεί μέσα.
Τα καινούργια φάρμακα, λοιπόν, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο να σπάσει η πεποίθηση ότι η ψυχική αρρώστια είναι αγιάτρευτη και ο ψυχικά πάσχων ξεγραμμένος. Και αντίστοιχα ενισχύθηκε η άποψη ότι αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν στο σπίτι τους, μπορούν να θεραπευτούν μέσα στο κοινωνικό τους περιβάλλον, αν σε πρώτη φάση μειωθούν τα συμπτώματα της νόσου.

Όλα αυτά λοιπόν αρχίζουν να ενορχηστρώνονται απ’ το υπουργείο απ’ τα πάνω. Και ο τρόπος που αποφασίστηκε να γίνει η μετάβαση και η καθιέρωση του καινούργιου μοντέλου, ήταν οι “μη κυβερνητικές οργανώσεις”. Άρχισαν να ξεφυτρώνουν τότε στην ελλάδα “νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου” (ΝΠΙΔ), που θα αναλάμβαναν να στήσουν τις κοινοτικές δομές. Ήταν σχήματα στων οποίων τα διοικητικά συμβούλια ηγούνταν άνθρωποι που εκπροσωπούσαν τοπικά συμφέροντα (όχι, φυσικά, των ασθενών!), δηλαδή πανεπιστημιακοί, μεγαλογιατροί, ιδιοκτήτες κλινικών, όλα τα παρακλάδια του ιδιωτικού συστήματος υγείας, και κυρίως κομματικοί και παράγοντες, άνθρωποι δηλαδή που πολλές φορές δεν είχαν καμία ιδιαίτερη ενασχόληση με τα ζητήματα της ψυχικής υγείας, και όλοι αυτοί αρχίζουν να παίρνουν τα ευρωπαϊκά κονδύλια για να φτιάξουν κοινοτικές δομές ένταξης των ψυχικά πασχόντων. 
Όταν λέμε κοινοτικές δομές εννοούμε:
- εξωτερικά ιατρεία ή “κέντρα ψυχικής υγείας”, που είναι ο πρώτος βαθμός, το πρώτο στάδιο φροντίδας, με καθήκον κυρίως την πρόληψη και την αντιμετώπιση περιστατικών που δεν χρειάζονται νοσηλεία - τα δύο στα τρία περιστατικά που πάσχουν από ψυχική νόσο δεν χρειάζονται νοσηλεία...

 

Το ρεπορτάζ που έκανε ρόμπα το ελληνικό κράτος, κάνοντας το γύρο του κόσμου (μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες). Λίγο αργότερα, το 1989, το bbc γύρισε κρυφά στο κάτεργο της Λέρου ένα ντοκυμαντέρ με τίτλο Leros: the island of outcasts, που ξαναθύμισε την ελληνική βαρβαρότητα.
Όχι άσκοπα, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘80 και για ένα διάστημα την δεκαετία του ‘90 (κατά περίπτωση ως και σήμερα) διάφορες κινηματικές οργανώσεις υποστήριξης των κοινωνικών δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας διάφορων “μειονοτήτων”, κατέφυγαν στην ευρωπαϊκή δημοσιότητα, εκθέτοντας συνειδητά το ελληνικό κράτος, έτσι ώστε να “ασκηθεί πίεση” εκ μέρους της ε.ε. Σήμερα πολλοί απ’ αυτούς που τότε ζητούσαν, κατά κάποιον τρόπο, θεσμική προστασία καταριούνται την ε.ε., επειδή είναι της μόδας κι εύκολο• ένα ακόμα δείγμα αυθεντικής ελληνικής αχαριστίας. Γιατί, η αλήθεια είναι, ότι παρά τους όποιους (καθόλου εύκολους) αγώνες και τις διεκδικήσεις για κοινωνικά δικαιώματα, οι κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί εντός της συντηρητικής έως ακροδεξιάς ελληνικής κοινωνίας ήταν συνήθως δυσμενείς. Απ’ τους ψυχασθενείς ως τους ναρκοεξαρτημένους, απ’ τους φυλακισμένους ως την οικολογία, απ’ την ομοφυλοφιλία έως τα δικαιώματα των γυναικών. Ήταν η “απ’ έξω βοήθεια”, από διάφορα ευρωπαϊκά κράτη, βοήθεια κινηματική αλλά και θεσμική (καθώς τα περισσότερα απ’ αυτά τα κράτη αφομοίωσαν ήδη απ’ τα ‘80s τα αιτήματα πολλών κοινωνικών κινημάτων των ‘70s ) που έχει αναγκάσει το ελληνικό κράτος, συνήθως με το ζόρι, ανόρεκτα, και όσο λιγότερο μπορούσε, να αλλάξει διάφορες νομοθεσίες και θεσμούς. Όσο τους άλλαξε.
Υποθέτουμε πως όταν με το καλό απαλλαγούμε απ’ την καταραμένη ε.ε. θα απολαύσουμε τις χάρες της αυθεντικής ελληνο-ορθόδοξης βαρβαρότητας.

 

S.: Έτσι ώστε να βρίσκονται κοντά στην οικογένειά τους....
Στ.: Ναι, η οικογένεια, σ’ αυτό το καινούργιο μοντέλο, στη νέα κουλτούρα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης (κουλτούρα που ας το πω εδώ, δεν πέρασε ποτέ στο προσωπικό, στους εργαζόμενους, στους λειτουργούς της ψυχικής υγείας στην ελλάδα) έπρεπε να είναι δίπλα στον πάσχοντα. Ως τότε, όταν αρρώσταινε κάποιος, η οικογένεια τον άφηνε κάπου στην άκρη. Στο άσυλο. Αντίθετα, με την καινούργια αντίληψη, απ’ τα πρόδρομα φαινόμενα κιόλας, η οικογένεια θα έπρεπε να είναι δίπλα. Αυτό, φυσικά, δεν είναι απλό. Ξεκινάει απ’ το να συμμετέχει η οικογένεια στις συζητήσεις του ασθενούς με τον γιατρό και να εμπλέκεται ενεργά σ’ όλη τη διάρκεια της νοσηλείας, εάν χρειάζεται τέτοια, μέχρι να εκπαιδεύεται για να αποδεχθεί τη νόσο, να καταλάβει τον άνθρωπό της και την κατάστασή του, να αναγνωρίσει τις ιδιαίτερες ανάγκες του, και να τον υποστηρίξει ενεργητικά για να καταφέρει να ζει ανεξάρτητα.
Λοιπόν, η οικογένεια ήταν και είναι βασικό στοιχείο της αποασυλοποίησης. Η οικογένεια και η κοινωνία, το κοινωνικό περιβάλλον, αυτές είναι οι δύο μορφές που επωμίζονται το όποιο φορτίο της ψυχικής νόσου άπαξ και σταματήσουμε να έχουμε τον ψυχικά πάσχοντα κλεισμένο κάπου.
Να συνεχίσω, λοιπόν, για το τι αναλαμβάνουν να φτιάξουν αυτές οι μ.κ.ο., παίρνοντας χρήματα απ’ την ευρωπαϊκή ένωση, σαν φορείς της αποασυλοποίησης. Στην ουσία είναι ο χάρτης αυτών των κοινωνικών δομών.
Α) κέντρα ψυχικής υγείας, το είπαμε·
Β) κέντρα ημέρας, όπου υπάρχει συστηματική παρακολούθηση, ψυχοθεραπεία, υποστήριξη προς την κοινωνική επανένταξη μέσω δημιουργικής απασχόλησης των πιο χρόνιων και πιο σοβαρών περιπτώσεων, όμως αυτή η απασχόληση γίνεται μέσα στην κοινότητα, δίπλα στο σπίτι τους, όπου επιστρέφουν όλοι το απόγευμα·
Γ) προστατευόμενους χώρους, οι οποίοι ανάλογα με το επίπεδο λειτουργικότητας του πάσχοντα είναι
Γ1) τα προστατευόμενα διαμερίσματα, σε κανονικές πολυκατοικίες μέσα στις πόλεις, όπου συγκατοικούν από δύο έως έξι ψυχικά πάσχοντες, με την υποστήριξη εκπαιδευμένου νοσηλευτή, που τους επισκέπτεται δύο φορές την ημέρα, για λίγο, για να κουβεντιάσει μαζί τους, να δει αν πήραν τα φάρμακά τους στα πλαίσια της θεραπευτικής διαδικασίας και σχέσης·

S.: Αυτοί βγαίνουν απ’ το διαμέρισμα...
Στ.: Βέβαια. Ζουν κανονικά, τους νοικιάζει η δομή ένα διαμέρισμα, και ζουν εκεί, ανεξάρτητα. Στις πιο πολλές περιπτώσεις οι ένοικοι αυτών των δομών πάνε στα ραντεβού με τον γιατρό ή τον νοσηλευτή μόνοι τους, και οι επαγγελματίες της ψυχικής υγείας σπάνια επισκέπτονται το θεραπευτικό διαμέρισμα (όχι πιο συχνά από πολλές μητέρες ελλήνων φοιτητών!) ... Αστειεύομαι. Αλλά θέλω να δείξω ότι ακόμα και με σοβαρή ψυχική νόσο κάποιος μπορεί να έχει υψηλό επίπεδο λειτουργικότητας. Αυτή η μορφή κοινοτικής υποστήριξης και προσαρμογής προβλεπόταν για ανθρώπους που η οικογένειά τους κρινόταν ακατάλληλη να τους δεχτεί, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, αλλά είναι εξαιρετικά λειτουργικοί. 
Εδώ να κάνω μια παρένθεση, επειδή προφανώς δεν είστε ειδικοί. Η ψυχική νόσος έχει διάφορα στάδια. Το ένα τρίτο των πασχόντων συνολικά, κυκλοφορεί ανάμεσά μας, κάνει κανονικά την θεραπεία του, θα χρειαστεί ίσως να νοσηλευτεί μία ή δύο φορές στη διάρκεια της ζωής του, και θα ζήσει σχεδόν φυσιολογικά· το “σχεδόν” αφορά το γεγονός ότι θα παίρνει κάποιο φάρμακο και θα έχει μια συστηματική παρακολούθηση. Το δεύτερο τρίτο έχει μια ενδιάμεση πορεία, αλλά μπορεί να ζήσει στην οικογένειά του, έχει λειτουργικότητα και είναι αυτοεξυπηρετούμενο σε μεγάλο βαθμό. Το τελευταίο τρίτο χάνει τις ικανότητες αυτοεξυπηρέτησης, εξαιτίας της έντασης της νόσου, κι αυτό συμβαίνει πολύ γρήγορα στην πορεία της νόσου. Δηλαδή, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αν αρρωστήσει στα 25 χρόνια του, κάτι που είναι συχνό, μέχρι τα 35 - 40 είναι πιθανό να έχει χάσει την ικανότητα αυτόνομης διαβίωσης. Δεν θα μπορεί να ζήσει χωρίς κάποιος να τον φροντίζει.
Γι’ αυτούς τους ανθρώπους λοιπόν, για να συνεχίσω την λίστα των δομών που θα έπρεπε να δημιουργηθούν, θα φτιάχνονταν:
Γ2) ξενώνες, και 
Γ3) για τους πιο ηλικιωμένους οικοτροφεία.  
Στους ξενώνες υπάρχει λιγότερο νοσηλευτικό προσωπικό και όλες τις δουλειές τις κάνουν οι ίδιοι οι ένοικοι, συλλογικά, στο δε οικοτροφείο, επειδή οι ένοικοι είναι πιο ηλικιωμένοι και λιγότερο λειτουργικοί, υπάρχουν περισσότεροι νοσηλευτές, για να τους εξυπηρετούν. 
Δ) Τέλος, προβλέπονταν και προβλέπονται ανοικτές (το τονίζω: “ανοικτές”) ψυχιατρικές κλινικές σε γενικά νοσοκομεία, όπου οι ασθενείς νοσηλεύονται για την αντιμετώπιση των υποτροπών (που είναι αναπόφευκτες ακόμα και με την “ιδανική θεραπεία”) με μέσο χρόνο νοσηλείας που δεν ξεπερνά τις λίγες εβδομάδες. Σε κάποιες ψυχιατρικές κλινικές νοσοκομείων υπάρχουν και κλειστά τμήματα οξέων περιστατικών, με αυξημένη φροντίδα (ένας γιατρός και τρεις νοσηλευτές ανά 5 - 6 κλίνες) και η παραμονή είναι συνήθως για λίγες ημέρες (σπάνια έως λίγες βδομάδες) μέχρι να μεταφερθεί ο πάσχων σε ανοικτό τμήμα. Έχει υπολογιστεί ότι ένα 10% με 15% των πασχόντων έχει κάποια στιγμή ανάγκη μιας τέτοιας “κλειστής” νοσηλείας, που μπορείτε να την φανταστείτε σαν την “εντατική” της ψυχιατρικής. Δε μιλάμε όμως για νοσηλεία μηνών και χρόνων! Η “κλειστή” νοσηλεία χρειάζεται για να υποχωρήσουν, με τα κατάλληλα φάρμακα, τα οξυμένα συμπτώματα της ψυχικής νόσου. Κι αυτό είναι πάντα προσωρινό, με σχεδιασμό, ανάλογα με τη σοβαρότητα του περιστατικού.

S.: Αυτή είναι λοιπόν η διαβάθμιση της αποασυλοποίησης.
Στ.: Αυτές είναι οι υπηρεσίες που θα έπρεπε να είχαν δημιουργηθεί, μαζί με άλλες (υπηρεσίες πρόληψης, υπηρεσίες εκπαίδευσης του πληθυσμού για τις συνέπειες της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών, υπηρεσίες προσανατολισμένες στις σχέσεις μέσα στην οικογένεια, κλπ, δεν τα συζητάω αυτά, ενδεχομένως να είναι πολυτέλεια σήμερα πια, και μπορεί να μην έγιναν και πουθενά στην ευρώπη τόσο οργανωμένα), αυτό λοιπόν είναι το δίκτυο των υπηρεσιών που θα έπρεπε να έχει στηθεί όλα αυτά τα χρόνια. Απ’ τις αρχές του ’90 μέχρι σήμερα. 
Όταν η ευρώπη έδινε χρήματα στην ελλάδα γι’ αυτή τη μακρόχρονη διαδικασία, οι ελληνικές αρχές υπέγραφαν ότι το πρόγραμμα αυτό θα είναι για 15 χρόνια χρηματοδοτούμενο από την ευρώπη, και μετά αυτή τη 15ετία θα πρέπει να βρεθούν καινούργιοι, εσωτερικοί τρόποι χρηματοδότησης. Που στην ελλάδα είναι πλέον ο εξής ένας - χρηματοδότηση από το δημόσιο. 
Θα φλυαρίσω τώρα εάν πω ότι 15 χρόνια, αυτοί που πήραν τα χρήματα απ’ την ευρώπη, κατάφεραν να μην κάνουν αυτά που έπρεπε. Θα το πω όσο πιο ήπια γίνεται. Γραφειοκρατεία, κατασπατάληση, ασυνεννοησία μεταξύ τους, συμφέροντα του τύπου “εγώ είμαι καθηγητής εδώ και θα πάρω περισσότερα λεφτά απ’ τον άλλον που είναι στο δίπλα νομό”, αδιαφάνεια, οδήγησαν στο να έχει πραγματοποιηθεί ένα πολύ μικρό μέρος αυτών για τα οποία προορίζονταν οι χρηματοδοτήσεις. Και ήδη, απ’ τα  χρήματα του 1999, τότε που έπεσαν τα πάρα πολλά χρήματα (ήταν η “φάση Β” του προγράμματος Ψυχαργώς, που ήταν η χρηματοδοτική ατμομηχανή της αποασυλοποίησης) τα περισσότερα, πάλι για να το πω κομψά, δεν φτούρισαν. Με λίγα λόγια, όποιος είχε πρόσβαση στο σύστημα, έφτιαχνε ένα τεχνικό δελτίο, που έλεγε ότι “εγώ, στο ΝΠΙΔ που έχω που ονομάζεται ‘τάδε’ θέλω να ιδρύσω δύο κέντρα ημέρας, δύο οικοτροφεία και πέντε ξενώνες. Ο προϋπολογισμός είναι τόσα για τα ενοίκια, τόσα για τους μισθούς, τόσα για τα λειτουργικά έξοδα”. Ε, και του έδιναν τα λεφτά. Τόσο απλά.

S: Δεν τα έκανε όμως αυτά, τα έκανε;
Στ.: Έκανε ένα μικρό μέρος. Ήδη, από το 1999, αρχίζουν να διανέμονται χρήματα όχι για να αναπτυχθεί ακόμα περισσότερο το ως τότε δίκτυο αυτών των υποδομών, πράγμα που ήταν απόλυτα απαραίτητο, αλλά για να καλυφθούν τα χρέη, οι “τρύπες”, όσων είχαν ήδη δημιουργηθεί. Δηλαδή απ’ το 1999 μπαίναμε μέσα.

S.: Τι εννοείς “μπαίναμε μέσα”;
Στ.: Τα καινούργια χρήματα που έδινε η ευρώπη στην ελλάδα δεν πήγαιναν σε καινούργιες δομές και υποδομές αποασυλοποίησης, αλλά αυτές οι δομές φτιάχνονταν μισές, για να πάνε λεφτά σ’ αυτές που είχαν ήδη ανοίξει, ώστε να μην κλείσουν. Το πιο ήπιο που θα έλεγε κανείς είναι ότι έχει ήδη διαμορφωθεί ένα καθεστώς κακοδιαχείρισης των ευρω-κονδυλίων για την αποασυλοποίηση. Αλλιώς, πιο σωστά, θα μίλαγε για “όργιο καταχρήσεων”...
Αυτό που γινόταν στα όσα ΝΠΙΔ φτιάχτηκαν, ήταν ότι είχαν μια λογική εξόδων χωρίς έλεγχο και μέτρο, απ’ τα τηλέφωνα ως τα απορρυπαντικά. Για παράδειγμα στα Χανιά είχε βρεθεί ότι ένας υπάλληλος τέτοιας μονάδας έπαιρνε ροζ τηλέφωνα 500 χιλιάδων δραχμών, που τα χρεωνόταν φυσικά η μονάδα. Ή γίνονταν σπατάλες σε πράγματα που τα χρειάζονταν μεν οι ψυχικά πάσχοντες, αλλά χάρη στην ανυπαρξία σχεδιασμού και ελέγχου, και χάρη στον ηγεμονισμό, κατέληγαν αλλού. Για παράδειγμα, να πάνε διακοπές οι ψυχικά πάσχοντες, και φυσικά το προσωπικό, οι εργαζόμενοι μαζί τους. Ναι, αλλά το πεντάστερο ξενοδοχείο δεν το απολάμβανε ο ψυχικά πάσχων, ήταν το λούσο, η πολυτέλεια, που επεδίωκαν οι υπόλοιποι. Αυτά συνέβαιναν. Ήταν, είναι δικαίωμα αυτών των ανθρώπων, των ψυχικά πασχόντων, να πάνε διακοπές. Θα μπορούσαν να πάνε σε ενοικιαζόμενα δωμάτια, μέσα πάντα στην κοινότητα. Ε, τους πήγαιναν στο πιο πολυτελές ξενοδοχείο της περιοχής...
Έγιναν διάφορες τέτοιες σπατάλες λοιπόν και, κυρίως, εκτροπές απ’ τον στόχο. Γιατί ο στόχος ήταν να αξιοποιηθούν τα χρήματα όσο καλύτερα γινόταν για λογαριασμό των ψυχικά πασχόντων και των δομών αποασυλοποίησης.

Μια μικρή παρένθεση εδώ. Η ε.ε. που έδινε τα χρήματα, δεν το έκανε μόνο για το καλό των ψυχικά πασχόντων, αλλά και για το καλό των κρατικών προϋπολογισμών. Με τη λογική ότι η αποασυλοποίηση, το να υπάρχει φροντίδα για τον ψυχικά πάσχοντα απ’ την κοινότητα, κοστίζει τελικά λιγότερο απ’ το να τον έχεις κλεισμένο σ’ ένα άσυλο ... Πότε όμως κοστίζει λιγότερο; Όταν και αν ενεργοποιηθούν μέθοδοι πρόληψης της αναπηρίας, της απώλειας δηλαδή της κοινωνικής λειτουργικότητας του ψυχικά πάσχοντος, παράλληλα με την ενεργοποίηση της κοινωνικής οικονομίας. Του “τρίτου τομέα”. Η αποασυλοποίηση λοιπόν ήταν και οικονομικά πιο συμφέρουσα λύση απ’ το άσυλο, αφού φυσικά δεν μιλάμε για καταστάσεις τύπου Λέρος, όπου πετιούνται οι άνθρωποι περιμένοντας να πεθάνουν.
Εδώ πρέπει να αναφέρω τους ΚΟΙΣΠΕ (κοινωνικοί συνεταιρισμοί περιορισμένης ευθύνης). Παραγωγικούς συνεταιρισμούς δηλαδή, όπου θα ήταν δυνατόν (και ευκταίο) να δουλεύουν αυτοί οι άνθρωποι συμβάλλοντας οικονομικά, ως ένα σημείο, στα κόστη της θεραπείας τους.

S.: Κοινωνικοποιούμενοι όμως ταυτόχρονα.
Στ.: Ακριβώς. Κερδίζουν, με υποστήριξη, την ικανότητα αυτόνομης διαβίωσης στην κοινότητα. Δεν νοείται διαδικασία ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης χωρίς να περιλαμβάνεται η υποστήριξη για την ισότιμη επαγγελματική αποκατάσταση. Και είναι αυτή η ψυχοκοινωνική αποκατάσταση ενός ψυχικά πάσχοντα που εξασφαλίζει την πρόληψη της αναπηρίας του. Οι ψυχικά πάσχοντες που εντάσονται σε υποστηριζόμενες θέσεις εργασίας διατηρούν καλύτερη λειτουργικότητα σε σχέση με αυτούς που δεν εντάσσονται ή αντί για θέσεις εργασίας τους προσφέρονται άλλες θέσεις με δημιουργικές δραστηριότητες και ψυχολογική υποστήριξη απλώς. Εαν δε, τους κλειδώσεις σ’ ένα άσυλο, θα χάσουν κάθε δεξιότητα και ενδιαφέρον, και πολύ γρήγορα, σε ένα χρόνο ή σε δύο, θα είναι σε κατάσταση αναπηρικής σύνταξης. 

S.: Που θα την παίρνουν οι συγγενείς βέβαια...
Στ.: Δυστυχώς. Αυτό έχει συμβεί κατά κόρον. Μέσα στα ψευτοδιλήματα που εμφανίζονται τώρα, θα έρθουμε σ’ αυτό και πιο κάτω ελπίζω, είναι και το εξής. Προκειμένου να καλύψουν τα κόστη της θεραπείας, θέλουν να πάρουν τις συντάξεις και τις περιουσίες των ασθενών, που τώρα τα εκμεταλλεύονται οι συγγενείς. Πράγμα που είναι ενάντια στην αποασυλοποίηση, γιατί αυτά πρέπει να τα διαχειρίζονται οι ίδιοι οι ασθενείς κι όχι το κράτος ή το ίδρυμα για το καλό τους, υποτίθεται.

 

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘90, το κλείσιμο του ασύλου / κολαστηρίου της Λέρου χαιρετίζεται ακόμα και από (ευαίσθητους) καθεστωτικούς (“νέα”, “ελευθεροτυπία”) σαν επιτυχία. Και, φυσικά, η ε.ε. (και οι χρηματοδοτήσεις) είναι φίλος και οδηγός στην πρόοδο. Δεν υπάρχουν (ή, αν υπάρχουν, δεν ακούγονται) συνδικάτα εργαζομένων που να καταγγέλλουν...

 

 

S.: Μα το συμφέρον του ιδρύματος είναι ποτέ να μην είναι σε θέση ο ψυχικά πάσχων να είναι λειτουργικός!
Στ.: Ακριβώς! 
Όλα αυτά λοιπόν, για την αποασυλοποίηση, ήταν σχεδιασμένα και συμφωνημένα απ’ το τέλος της δεκαετίας του ’80. Τέλος της δεκαετίας του ‘90 έρχονται τα πολλά χρήματα με τη Β φάση του Ψυχαργώς, και το 2007, αφού έχει περάσει η 15ετία που η αποασυλοποίηση θα έπρεπε να έχει προχωρήσει πολύ, ο Αβραμόπουλος, ως υπουργός υγείας, προ κρίσης βέβαια, υπογράφει το σύμφωνο με τον ευρωπαίο επίτροπο Σπίντλα, που επιβεβαιώνει πως ό,τι έχουμε συμφωνήσει ισχύει, τα χρονοδιαγράμματα ισχύουν, πάμε καλά, και ότι σύντομα η αποσυλοποίηση θα έχει ολοκληρωθεί. [2]
Το 2013, επειδή δεν πηγαίναμε καλά, και δεν έφταιγε βέβαια η κρίση γι’ αυτό, σαφώς δεν έφταιγε η κρίση, έφταιγαν όλα όσα είχαν γίνει ή δεν είχαν γίνει τα προηγούμενα πάνω από 20 χρόνια, έρχεται να μπει ένα συγκεκριμένο χρονικό όριο. Υπήρχαν ήδη παρατάσεις, αφού η αποασυλοποίηση έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί το 2010, δώσανε οι ευρωπαίοι μια παράταση ως το 2013 σεβόμενοι τα ελληνικά προβλήματα λόγω κρίσης, οπότε με την συμφωνία Λυκουρέτζου - Αντόρ, δίνονται άλλα δύο χρόνια περιθώριο στο ελληνικό κράτος, για να κλείσει εντελώς τα άσυλα. Ως το τέλος του 2015.

Αυτή είναι η περιγραφή αυτής της ιστορίας. 
Έρχομαι τώρα στα πιο σοβαρά. Υπάρχει ένα πολύ σοβαρό, κεντρικό ζήτημα, στο οποίο έχει απαντήσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια η ψυχιατρική, σαν επιστήμη, και η απάντηση είναι αδιαπραγμάτευτη: άσυλα τέλος. 
Και φτάνουμε στο 2014 για να ξανατεθεί αυτό το ζήτημα στην ελλάδα, και μάλιστα με επιχειρήματα υποτίθεται ανθρωπιστικά. Εάν θα κλείσει, εάν ΠΡΕΠΕΙ να κλείσει, ή όχι, το ψυχιατρείο. Το Δαφνί ας πούμε. Και βγαίνουν διάφοροι συνδικαλιστές, και κόμματα της αριστεράς, και λένε “όχι, να μην κλείσει το ψυχιατρείο”. Ξαναβρίσκονται λοιπόν επιχειρήματα, συνηγορία του ασύλου. Αν αρρώσταινα, εάν αρρώσταινε ένας δικός μου άνθρωπος, δεν θα ήθελα ποτέ να βρεθώ, να βρεθεί, σε μια κατάσταση τέτοια, πίσω από μια κλειδωμένη πόρτα, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Θα ήθελα μια θεραπεία κοντά στο σπίτι μου, με τους ανθρώπους μου εμπλεκόμενους, και με προοπτική να ξαναπιάσω την ζωή μου από εκεί που την άφησα όταν μου έτυχε το ψυχιατρικό πρόβλημα…
Λοιπόν, έχουν υπάρξει ιστορικά αυτά τα δύο μοντέλα, το ένα του εγκλεισμού, του κλειστού ψυχιατρείου, και το άλλο της ανοικτής και σαφώς πιο κοινωνικής θεραπείας. Από επιστημονική άποψη το ζήτημα έχει κλείσει. Το πρώτο μοντέλο θεωρείται διεθνώς απαράδεκτο. Όμως στην ελλάδα ανακινείται το ζήτημα “να μην κλείσει το άσυλο - το ψυχιατρείο”.

S.: Αυτό είναι αντιδραστικό.
Στ.: Ναι, είναι αντιδραστικό, και επιβιώνει σαν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι όλες αυτές οι χρηματοδοτήσεις που προορίζονταν στο να εξαφανιστεί οριστικά το άσυλο και να ξεπεραστεί ο εγκλεισμός, δεν πήγαν ουσιαστικά σ’ αυτό τον σκοπό. Ένα βασικό απ’ αυτά που ΔΕΝ έγιναν είναι ότι δεν άλλαξε η κουλτούρα του προσωπικού που ασχολείται με τους ψυχικά πάσχοντες. Δυστυχώς οι “απ’ τα κάτω”, οι γιατροί, οι νοσηλευτές, κι όλοι όσοι δουλεύουν στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, αντέδρασαν φοβικά και αρνητικά ακόμα και στις περιπτώσεις, για την ελλάδα μιλάω, που κάποια άσυλα έκλεισαν με καλούς όρους, έχοντας εξασφαλίσει σε σημαντικό βαθμό (τουλάχιστον τη στιγμή που έκλειναν) το πέρασμα σε κοινοτικές δομές αποσυλοποίησης. 
Αυτό έχει να κάνει περισσότερο με την κοινωνική κουλτούρα σχετικά με την ψυχική ασθένεια. Γιατί το καινούργιο μοντέλο για την αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου, αυξάνει τις ευθύνες για όλους. Ο γιατρός πρέπει να δώσει εξιτήριο σε 3 - 4 βδομάδες, άρα πρέπει να εντείνει τις προσπάθειες και την προσοχή του στην φαρμακοθεραπεία· ο νοσηλευτής πρέπει να δημιουργήσει μια σχέση με τον ασθενή, για να νοιώθει ασφαλής, αφού δεν μπορεί να τον κλειδώσει κάπου.... Είναι μαζί του, κι αν ο ασθενής νευριάσει δεν μπορεί να φωνάξει τον φουσκωτό “φύλακα ασθενών” (έτσι ήταν η επίσημη περιγραφή της θέσης εργασίας μεγάλου αριθμού εργαζομένων, που είχαν διοριστεί με αμιγώς κομματικά κριτήρια στα ψυχιατρεία χωρίς να έχουν καμιά προηγούμενη εκπαίδευση σε σχέση με την ψυχική υγεία) να τον δέσει και να τον λύσει μετά από τρεις μέρες· η οικογένεια έχει μεγάλο μέρος ευθύνης, δεν μπορεί να πετάξει τον άνθρωπό της στην αποθήκη και να τον ξεφορτωθεί, ακόμα κι αν αυτό την βουλεύει. Αυτά όλα σημαίνουν, προϋποθέτουν αυξημένη υπευθυνότητα. 
Αλλά η κουλτούρα, η κοινωνική αλλά και των εργαζόμενων στην ψυχική υγεία, δεν άλλαξε, παρότι ένα βασικό στοιχείο και ένα μεγάλο μέρος των χρηματοδοτήσεων ήταν γι αυτό. Οπότε, αφού δεν έγινε αυτό, αφού δεν δημιουργήθηκαν επίσης στην ποσότητα και στην ποιότητα που χρειάζεται οι αναγκαίες δομές και υποδομές, φτάνουμε σήμερα μπροστά στο ψευτοδίλημμα - “μα θα κλείσουν τα ψυχιατρεία και θα πεταχτεί ο κόσμος στο δρόμο”; ή θα συνεχίσουμε να έχουμε άσυλα; Και τέτοιου είδους ψευτοδιλήμματα ανακινούν συντηρητικά, αντιδραστικά δυναμικά.

S.: Έτσι όπως τα λες, οποιοσδήποτε έχει επαγγελματική σχέση με την ψυχική υγεία, είτε γιατρός, είτε νοσηλευτής, είτε υπουργός, είτε δεν ξέρω γω τι, τα ξέρει πολύ καλά όλα αυτά. Ότι έχουν περάσει 25 ολόκληρα χρόνια, και ότι δεν είναι δυνατόν να γίνονται όμηροι οι ψυχικά πάσχοντες, που δεν έχουν και καμία ευθύνη. 
Στ.: Ναι. Διάφορες συνδικαλιστικές ηγεσίες ή διάφοροι κομματικοί που κλαίγονται και διαμαρτύρονται τα ξέρουν αυτά. Έτσι όπως ξεκίνησε και έτσι όπως προχώρησε αυτή η ιστορία στην ελλάδα ήταν σαφές από πολύ νωρίς ότι θα καταλήξει εδώ που βρισκόμαστε τώρα. 

S.: Υπάρχουν όμως πια αρκετές ιδιωτικές κλινικές / άσυλα, έτσι δεν είναι; Ιδιωτικός εγκλεισμός.
Στ.: Ναι. Κι εκεί είναι τώρα το μεγάλο παιχνίδι. Μην έχοντας το απαραίτητο δίκτυο υποδομών, και μην έχοντας την αναγκαία κουλτούρα στους επαγγελματίες της ψυχικής υγείας, υπάρχει πάντα μεγάλος αριθμός ψυχικά πασχόντων που έχει “ανάγκη”, σε εισαγωγικά η λέξη, αυτές τις κλειστές δομές, όχι για να ωφεληθούν σε σχέση με την πορεία της ασθένειάς τους, αλλά απλά και μόνο για την καθημερινή τους φροντίδα, μιας και λόγω της απουσίας συστήματος πρόληψης της αναπηρίας (που μόνο με τις μεθόδους της κοινοτικής ψυχιατρικής μπορεί να επιτευχθεί) η δυνατότητα αυτοεξυπηρέτησης έχει χαθεί. 
Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων οι άνθρωποι που κλείνονται κάπου, βρίσκονται εκεί για να τους φροντίζουν. Και οι πόρτες είναι κλειδωμένες για να μπορούν να έχουν μόνο έναν νοσηλευτή ανά 40 νοσηλευόμενους και όχι έναν ανά 5 που προβλέπεται στις ανοικτές κοινοτικές δομές, όπου οι πόρτες είναι ανοικτές, και οι ασθενείς κάνουν την βόλτα τους στην πόλη, παίρνουν άδεια μέρα παρά μέρα, κλπ.  Άρα πρόκειται για ένα πιο φτηνό και ανεύθυνο μοντέλο φροντίδας, το οποίο όμως χειροτερεύει την κατάσταση των ίδιων των ασθενών. Μπορώ να πω ότι οι σύγχρονες μορφές εγκλεισμού είναι χειρότερες ακόμα και απ’ τις παλιές, γιατί στο κάτω κάτω το Δαφνί, το ψυχιατρείο στα Χανιά και στην Κέρκυρα ήταν σε ωραίες περιοχές, είχαν άπλα, είχαν δέντρα, τέλος πάντων πίσω απ’ τα κάγκελα μπορούσε ο άλλος να κάνει μια βόλτα· ενώ οι καινούργιες κλινικές / άσυλα είναι πολυκατοικίες, με κλειδωμένες πόρτες, ανθρωποφύλακες και άθλιες συνθήκες. Και, φυσικά, με κοινωνική διαστρωμάτωση, ανάλογα με το τι πληρώνει ο καθένας πέρα απ’ αυτά που δίνει το ταμείο του ή η συνταξή του. Έχω γνωρίσει πάσχοντες που μπορούσαν να πληρώνουν 1500 ευρώ το μήνα, οπότε είχαν μονόκλινο δωμάτιο, ενώ για συνταξιούχους του ογα η συνηθισμένη φροντίδα είναι 10 άτομα σε κλειδωμένο θάλαμο, που τους επισκέπτεται κάποιος 3 φορές τη μέρα για να τους δώσει το φαγητό και τα φάρμακά τους. 
Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή, περίπου το 50% των ασθενών που βρίσκονται σε παρατεταμένη νοσηλεία, είναι σε ιδιωτικά άσυλα. Είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις, που έχουν πάρει άδειες με τους γνωστούς μηχανισμούς (κανά δυο απ’ αυτές που έχω δει ο ίδιος δεν πληρούσαν σε καμία περίπτωση στοιχειώδεις προδιαγραφές, ήταν πολυκατοικίες με έναν μικρό ακάλυπτο χώρο). Υπάρχουν επίσης ψυχογηριατρικές κλινικές, γηροκομεία, που αρχίζουν να μπλέκονται στη μπίζνα  της φροντίδας των χρόνια ψυχικά πασχόντων, ανθρώπων που έχουν περάσει τα 60 - 65 χρόνια τους, οπότε εκεί το μεγαλύτερο ποσοστό ακόμα κι εκείνων που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν λειτουργικοί δεν μπορούν πια να αυτοεξυπηρετηθούν.

 

Σύνθημα ριζοσπαστών φοιτητών στην ιατρική σχολή των Χανίων, στη διάρκεια εκδήλωσεων υπέρ της ασυλοποίησης. Το 2010... Μόλις πριν 4 χρόνια.

 

S.: Άρα λοιπόν, αυτές οι ιδιωτικές επιχειρήσεις που κρατάνε το μοντέλο του εγκλεισμού, και ίσως σε ακόμα χειρότερη έκδοση, συγκυριακά είναι αυτοί που κερδίζουν απ’ το αδιέξοδο της μισο-αποασυλοποίησης.
Στ.: Κανονικά ναι. Αλλά φαίνονται προς το παρόν χαμένοι, και δεν ξέρω τι μπορεί να κρύβεται από πίσω. Χαμένοι επειδή ο εοππυ τους έχει παγώσει εδώ και αρκετό καιρό τα νοσήλεια που τους χρωστάει. Έχουν βέβαια αυτοί διάφορους τρόπους να πάρουν τα χρήματα, κυρίως εκβιάζοντας τους συγγενείς ότι “άμα δε μου δώσεις τη συνταξή του θα του δώσω εξιτήριο”. Αλλά έχω την εντύπωση ότι αυτή την περιόδο πιέζονται.

S.: Μεσοπρόθεσμα όμως;
Στ.: Μεσοπρόθεσμα σίγουρα θα βγουν ωφελημένοι. Απ’ την μια υπάρχει η ανάγκη, και απ’ την άλλη η κοινωνική ιδέα που έχουν πολλοί είναι το μοντέλο του εγκλεισμού. Στο νοσοκομείο που δουλεύω μόνο η μία στις δέκα διακομηδές είναι σε δημόσια δομή, του εσυ. Στο Δαφνί, γιατί εκεί μπορούμε να παραπέμψουμε. Οι άλλες 9 είναι σε ιδιωτικά άσυλα των τριγύρω επαρχιακών πόλεων. Ποιά είναι η διαδικασία; Ο ασθενής έρχεται στο νοσοκομείο, νοσηλεύεται, έχει τελειώσει απ’ αυτό που μπορούμε να κάνουμε εμείς, έχει βγει απ’ την υποτροπή του, τα σοβαρά ψυχικά συμπτώματα βρίσκονται σε ύφεση, έχει ολοκληρωθεί λοιπόν η νοσηλεία, αλλά η οικογένεια αδυνατεί να τον πάρει απ’ το νοσοκομείο.

S.: Δεν θέλει μάλλον... 
Στ.: Ακριβώς. Δεν θέλει, ή δεν ξέρει πως. Οπότε συνεννοείται με μια δομή εγκλεισμού, με μια κλειστή κλινική, ιδιωτική, και μεταφέρεται απ’ το νοσοκομείο που του δίνει εξιτήριο κατευθείαν εκεί. Το 95% των ανθρώπων που βρίσκονται σε τέτοιου είδους εγκλεισμό, δεν είναι επειδή πράγματι είναι απαραίτητο από ψυχιατρική άποψη, αλλά για λόγους καθημερινής φροντίδας, όπως είπα ήδη. 
Το επαναλαμβάνω λοιπόν. Το 90% όσων βρίσκονται σε παρατεταμένη νοσηλεία σε κλειστές δομές, είτε δημόσιες είτε ιδιωτικές, βρίσκεται εκεί επειδή δεν υπάρχει ένα δίκτυο για την φροντίδα τους, ένα δίκτυο ανοικτής φροντίδας, που θα τους βοηθήσει να είναι κοινωνικά ενταγμένοι στον ένα ή τον άλλο βαθμό, και λειτουργικοί. Δεν υπάρχει αυτό το δίκτυο ούτε με την μορφή της οικογενειακής φροντίδας, ούτε με όλες τις υπόλοιπες μορφές που χρηματοδοτήθηκαν τόσα χρόνια. Κλείνονται, κλειδώνονται, επειδή μ’ αυτόν τον τρόπο χρειάζεται λιγότερο προσωπικό που να ασχολείται μαζί τους, άρα αυτή είναι η πιο φτηνή λύση για την φροντίδα τους. Υποφέρουν για πολλά χρόνια, όχι επειδή η ψυχική νόσος απ’ την οποία πάσχουν είναι τέτοια, αλλά επειδή η κοινωνική και οικονομική συνθήκη είναι τέτοια. Σε βάρος τους.
Το τονίζω αυτό επειδή υπάρχουν διάφορα στερεότυπα. Ότι, για παράδειγμα, κάποιος ψυχικά πάσχων, μετά από κάποιο καιρό, γίνεται βίαιος, αντιδραστικός, επικίνδυνος, οπότε χρειάζεται εγκλεισμό. Αν υπάρχει ζήτημα εγκλεισμού, αυτό είναι για λίγες μέρες, το πολύ δύο ή τρεις βδομάδες, όταν κάποια συμπτώματα βρίσκονται σε μεγάλη έξαρση - μιλάω λοιπόν για τα πιο βαριά περιστατικά. Και ως εκεί. 
Γιατί κατά τα άλλα, μπορείς να καταλάβεις πολλά πριν υποτροπιάσει κανείς, αυτό δεν γίνεται απότομα αλλά παίρνει κάποιον καιρό. Η θεραπευτική σχέση γιατρού - πάσχοντα είναι σημαντική απ’ αυτή την άποψη. Και η καινούργια κουλτούρα της αποασυλοποίησης βασίζεται πάρα πολύ στο γεγονός ότι “δεν τρελλαίνεται” κάποιος απότομα, δεν φτάνει σε παροξυσμό απότομα. Που σημαίνει ότι όταν κάποιοι ασχολούνται μαζί του, απ’ το κοινωνικό του περιβάλλον και από κάποια δομή με τις απαραίτητες γνώσεις, η επιδείνωση μπορεί (και πρέπει) να προληφθεί.
Αλλά αυτό δεν συμβαίνει στις κλειστές δομές, στα άσυλα. Οπότε η άποψή μου είναι “ναι, να κλείσουν τα ψυχιατρεία”, και “ναι, μαζί με τους πάσχοντες, τις οικογένειές τους και όλους όσους δουλεύουν στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, να διεκδικήσουμε όλα αυτά που θα έπρεπε να έχουν γίνει ήδη”. Έστω και την ύστατη στιγμή, αντί να ζητάμε να μην κλείσουν τα άσυλα, θα πρέπει να απαιτήσουμε να ανοίξουν όσες δομές αποασυλοποίησης χρειάζονται. Και να δουλεύουν σωστά, φυσικά.

S.: Χάρη, όμως, σ’ αυτό το αριστοτεχνικό πράγμα που είναι η ελληνική κοινωνία, αφήνοντας, αφήνοντας, τραινάροντας, αναβάλλοντας και ξεχνώντας την σοβαρότητα και την αξία της ανθρώπινης ζωής, και φυσικά τρώγοντας τα λεφτά ενδιάμεσα, κι αφού το πράγμα φτάσει στο 92ο λεπτό του ματς, όπου μπαίνει το μαχαίρι στο λαιμό, αλλά απ’ την άλλη μεριά “δεν έχουμε άλλη λύση ρε φίλε”, το να συγκροτηθεί ένα υποκείμενο συλλογικό, από ψυχικά πάσχοντες μέχρι γιατρούς και νοσοκόμους, που να απαιτήσει ΤΩΡΑ, που σφυράει ο διαιτητής, να δημιουργηθούν όσα δεν φτιάχτηκαν εδώ και 25 χρόνια,  είναι σωστό, είναι ωραίο, αλλά μου φαίνεται ανέφικτο. Γιατί πάλι για την ίδια κοινωνία μιλάμε. Με τα στάνταρ στερεότυπα, τις στάνταρ προκαταλήψεις, τα στάνταρ μικρά, φαρμακερά, οικογενειακά συμφέροντα. 
Νομίζω ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς να φταίνε στο ελάχιστο, είναι όμηροι από δύο μεριές. Είναι όμηροι του φαγοποτιού που έγινε ουσιαστικά στην πλάτη τους, και τους γεγονότος ότι μετά και απ’ τις παρατάσεις και τις καθυστερήσεις η υπόθεση της αποασυλοποίησης τελειώνει. 

Στ.: Έτσι είναι. Είναι εγκλωβισμένοι. Και αυτό που προσπαθεί να κάνει τώρα το υπουργείο υγείας και το ελληνικό κράτος, είναι να βρουν χρήματα, κυρίως απ’ τις συντάξεις των ασθενών, ώστε να σταθούν τα υπάρχοντα άσυλα (βασικά τα ιδιωτικά), κάνοντας τις συντάξεις ή τις πληρωμές των οικογενειών επίσημο έσοδο του συστήματος. Γίνεται και μια προσπάθεια να απαξιωθούν ήδη υπάρχουσες ανοικτές δομές, δομές αποασυλοποίησης, όπως τα κέντρα ψυχικής υγείας, και να περάσει αυτή η τόσο σημαντική πρωτοβάθμια φροντίδα στο ανύπαρκτο ΠΕΔΥ, οπότε η πρωτοβάθμια φροντίδα ψυχικής υγείας θα περάσει στους ιδιώτες ψυχίατρους. Φαντάσου τώρα ότι υπάρχει από παλιά μια πονηρή κουβέντα, ότι μήπως τα κέντρα ψυχικής υγείας, που έχουν αποκλειστικό σκοπό τους ψυχικά πάσχοντες, είναι “στιγματιστικά”! Οπότε, έτσι πάει το πράγμα, δεν πρέπει να υπάρχουν σοβαρές υπηρεσίες πρωτοβάθμιας ψυχικής υγείας μέσα στην κοινότητα, γιατί όποιος περνάει την πόρτα τους στιγματίζεται. Η απόλυτη επιβεβαίωση της ασυλιακής κουντούρας, με άλλα λόγια!

S.: Ναι, βέβαια. Να μην υπάρχουν ούτε ογκολογικά νοσοκομεία, γιατί όποιος πηγαίνει εκεί καρφώνεται!...
Στ.: Αυτό το χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα για να περιορίσουν τις χρηματοδοτήσεις των κέντρων ψυχικής υγείας, και να μην ανοίξουν καινούργια όπως προβλέπεται. Αν δεν κάνω λάθος πρέπει να ανοίξουν 85 κέντρα ψυχικής υγείας σ’ όλη την ελλάδα, και έχουν ανοίξει κάτι παραπάνω το ένα τρίτο. Προβλέπεται ένα σε κάθε νομό, και σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη τα υπόλοιπα. Αλλά αυτό θα κόψει τη ροή προς τις ιδιωτικές κλινικές.
Μαγειρεύουν κι άλλα τεχνάσματα. Όπως, για παράδειγμα, να ανοίξουν σε κάποια νοσοκομεία μικρές κλινικές, η λεγόμενη “ενδιάμεση νοσηλεία”. Πρόσεξε όμως. Αυτή η ιδέα προβλέπει ότι θα μπορεί να μείνει κάποιος στην ουσία έγκλειστός, μέσα στο νοσοκομείο, μέχρι ένα χρόνο! 

S.: Μα αυτό είναι εκπαίδευση στον ιδρυματισμό!
Στ.: Ακριβώς. Αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει θαυμάσια σαν μια στρόφιγγα προς τα ιδιωτικά άσυλα. Γιατί άμα (και καταλαβαίνετε πως θα γίνει αυτό....) μείνει κάποιος ένα χρόνο “μέσα”, έστω στην ψυχιατρική κλινική που θα λειτουργεί στο περιθώριο ενός δημόσιου νοσοκομείου, ε, μετά, ο δρόμος για την απεριόριστη παράταση του εγκλεισμού έχει ανοίξει. 
Οπότε, στην ελλάδα, όλα κινούνται σε μια λογική “πίσω στην ασυλοποίηση”. Αλλά ιδιωτική πια. Να βγαίνουν και κέρδη. 
Αυτό είναι που συμβαίνει τώρα με την ψυχική υγεία.

S.: Έτσι που το περιγράφεις είναι σαν η παλιά ψυχιατρική, η ψυχιατρική του ασύλου, να επιστρέφει δριμύτερη, βρίσκοντας πατήματα. “Τι, θα αφήσουμε τους ανθρώπους στο δρόμο; Καλύτερα μέσα, όπως ήταν πριν”.
Στ.: Ναι. Αυτό είναι το πονηρό της ιστορίας. Τώρα οι οπαδοί και οι επιχειρηματίες του εγκλεισμού βρίσκουν επιχειρήματα, που φαίνονται ή και είναι πραγματικά. Χρησιμοποιούν και την κρίση σαν ενισχυτικό επιχείρημα...

S.: Κάτσε. Η κρίση άντε να μετράει επίσημα στην ελλάδα απ’ το 2009. Αλλά η αποασυλοποίηση χρηματοδοτείται απ’ το 1990. Αν είχαν γίνει αυτά που έπρεπε, το 2009 θα είχαν αδειάσει προ πολλού όλα τα άσυλα, σίγουρα τα δημόσια, και δεν θα χώραγε το επιχείρημα της κρίσης. 
Στ.: Σίγουρα έτσι είναι. Οι ηγεσίες των γιατρών ήταν εξαιρετικά καχύποπτες απέναντι στην ψυχιατρική μεταρρύθμιση, απ’ το ’90 και μετά. Μάλιστα δημιουργήθηκε τότε ένας άτυπος διαχωρισμός στις τάξεις των ψυχιάτρων, αν είναι της “κοινοτικής ψυχιατρικής” ή της “παλιάς ψυχιατρικής”. Λόγω συντηρητισμού, λόγω πίστης στο μοντέλο περί ανίατων ασθενειών...
Η πλειοψηφία της ηγεσίας της ψυχιατρικής κοινότητας είχαν την διεθνή εμπειρία της κοινοτικής ψυχιατρικής (και  προσβάσεις στο πολιτικό και ακαδημαϊκό σύστημα). Αλλά υπήρχε και ένα άλλο μέρος, γιατρών, νοσηλευτών, κλπ, που χρησιμοποιώντας ψευδοεπιστημονικά επιχειρήματα δεν συζήταγαν την αποασυλοποίηση, ούτε τότε ούτε τώρα. Η δική τους άποψη εστιάζει πρακτικά στο “να διαχειριστώ την αναπηρία του ψυχικά πάσχοντα”, ακόμα κι αν την δημιουργούν. Το μοντέλο της αποασυλοποίησης στηρίζεται στο “να προλάβουμε τέτοιες αναπηρίες - είναι εφικτό”. 
Στη βάση της πρώτης λογικής, που ήταν “φτιάχνουμε αποθήκες ψυχών”, δημιουργήθηκε το κολαστήριο της Λέρου.  Σε μια εποχή γρήγορης και βίαιης αστικοποίησης του πληθυσμού, στην δεκαετία του ’60, και μιας σχετικής εξοικείωσης με την ψυχική νόσο, με την έννοια ότι οι άνθρωποι άρχισαν να πηγαίνουν στο γιατρό, όταν οι οικογένειες δεν ενδιαφέρονταν για τους πάσχοντες, άρχισαν να τους φορτώνουν στα πλοία και να τους πηγαίνουν να τους ξεφορτώνουν εκεί. Το αποτέλεσμα ήταν ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’80, δεν υπήρχε ούτε μια οικογένεια στη Λέρο που να μην είχε έναν τουλάχιστον εργαζόμενο στο ψυχιατρείο. Και για 10 περίπου χρόνια να μη περάσει ούτε ένα παιδί στο πανεπιστήμιο. Το ψυχιατρείο είχε γίνει η σίγουρη επαγγελματική αποκατάσταση για τους ντόπιους.

S.: Ένα εργοστάσιο...
Στ.: Μια δημόσια υπηρεσία καλύτερα, με μονιμότητα... Νομίζω ότι υπάρχει και μία ταινία για τις πρώτες καραβιές ασθενών... Η “Αποικία Ψυχασθενών Λέρου”, έτσι ονομαζόταν, αποτελούνταν από 3.000 άνθρωπους με 1 ψυχίατρο ανά 100 νοσηλευόμενους περίπου μέχρι την δεκαετία του ‘80 και το 1984 σταμάτησε να δέχεται νέες εισαγωγές. Ότι και να πεί κανείς για το αίσχος της Λέρου είναι λίγο. Και όταν μετά κάποιοι μελέτησαν τις περιπτώσεις αυτών των ανθρώπων που είχαν πεταχτεί στην αποθήκη του Λέρου, βρήκαν ότι με τα σύγχρονα δεδομένα της ψυχιατρικής οι 2 στους 3 δεν χρειάζονταν καν νοσηλεία· ούτε λόγος για μακρόχρονο εγκλεισμό. Υπήρχαν για παράδειγμα παιδιά που είχαν αυτό που λέγεται “αναπτυξιακές δυσκολίες”. Ένα παιδί, για παράδειγμα, μπορεί να είχε αυτισμό. Εάν η οικογένεια ήθελε να απαλλαγεί απ’ αυτά τα παιδιά, κατέληγαν στη Λέρο. Οπότε σιγά σιγά ασυλοποιούνταν. Σκεφτείτε το. Οι πιο πολλοί άνθρωποι εκεί δεν είχαν κανένα ψυχιατρικό λόγο να νοσηλευτούν οπουδήποτε!

S.: Οποιοσδήποτε από εμάς αν πετιόταν έτσι, τι θα έκανε; Πως θα ήταν μετά από 10, 20, 30 χρόνια ψυχιατρικής φυλακής; 
Στ.: Όταν είχα πάει στο ψυχιατρείο των Χανίων και είχα δει τους ανθρώπους εκεί, είχαν χάσει σε τέτοιο βαθμό κοινωνικές δεξιότητες και γνώσεις που είχαν πριν, ώστε... Είχαν γίνει αγρίμια. Έτρωγαν με τα χέρια, και δεν άντεχαν κανένα ρούχο επάνω τους. Αυτό το 2004.

S.: Μετά από 24 χρόνια άοκνων ελληνικών προσπαθειών υπέρ της αποασυλοποίησης, δηλαδή... 
Στ.: Ναι. Δύο ανθρωποφύλακες στον προθάλαμο, μεθυσμένοι απ’ τις 12 και μετά, και πίσω τους το χερούλι μιας πόρτας, που την άνοιγαν αν κάποιος φώναζε, και ή του έλεγαν “περίμενε” ή μπορεί να έριχναν και καμία σφαλιάρα.

S.: Αυτό υπάρχει;
Στ.: Όχι. Αυτή τη στιγμή δεν νομίζω να υπάρχει τέτοια κατάσταση σε δημόσιο άσυλο στην ελλάδα. Το άσυλο στα Χανιά έκλεισε το 2006. Απ’ το 2006 και μετά, όταν έκλεισαν τα ψυχιατρεία των Χανίων και της Κέρκυρας, νομίζω ότι δεν υπάρχει τέτοια κατάσταση. Και σαν κλειστές δομές, σαν άσυλα, αυτή τη στιγμή έχουν μείνει το Δαφνί, το Δρομοκαΐτειο και το ψυχιατρικό νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Γι’ αυτά τα τρία γίνεται τώρα η συζήτηση. 
Κάτι που έχει επίσης σημασία να πω είναι ότι μέσα στο Δαφνί, όπως και στο ψυχιατρικό νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, υπάρχουν μονάδες απεξάρτησης. Οι οποίες προβλέπουν τη νοσηλεία των εξαρτημένων για κάποιους μήνες. Από 3 έως 9. Με το κλείσιμο των ψυχιατρείων που είναι υποχρεωτικό πια να γίνει, υπάρχει ο κίνδυνος να έχουν προβλήματα και αυτές οι δομές, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με μακρά νοσηλεία και ιδρυματισμό. Απλά ανήκουν στον ίδιο οργανισμό, αυτόν του ψυχιατρείου. Αυτές οι δομές κανονικά δεν πρέπει να κλείσουν, ούτε άλλωστε κάτι τέτοιο περιλαμβάνεται στη συμφωνία με την ε.ε. Κι αφήσουμε το γεγονός ότι κάνουν καλή δουλειά.  
Λένε τώρα ότι σε σχέση με τα ναρκωτικά θα κάνουν έναν ενιαίο φορέα, θα βάλουν μαζί τον οκανα, κεθεα και το 18 άνω και κάποιες καινούργιες ίσως υπηρεσίες νοσοκομείων. Αλλά μπορεί να βρουν ευκαιρία τώρα, και με το επιχείρημα “μειώνουμε τις δαπάνες υγείας”, να κλείσουν κι αυτές τις δομές.

S.: Τώρα λοιπόν τι μέλλεται να γίνει με τους ανθρώπους που βρίσκονται ακόμα μέσα σ’ αυτά τα τρία ψυχιατρεία; Για πόσους ανθρώπους μιλάμε;
Στ.: Δεν ξέρω ακριβώς, αλλά και στα τρία ιδρύματα μαζί θα πρέπει να είναι πολλές εκτοντάδες. Απ’ αυτούς ένα μεγάλο ποσοστό, για να είναι σε τέτοιο καθεστώς νοσηλείας, πάει να πει ότι οι οικογένειές τους δεν ενδιαφέρονται. Ένα άλλο ποσοστό μπορεί η οικογένεια να ενδιαφέρεται αλλά όντως η ασθένεια σε συνδυασμό με τον μακρόχρονο εγκλεισμό και την ασυλοποίηση να έχει προκαλέσει σοβαρή αναπηρία, οπότε να είναι αδύνατο τώρα να γυρίσουν στα σπίτια τους. Τι θα γίνει μ’ αυτούς; Ένα μέρος τους θα πάει κατευθείαν στα ιδιωτικά άσυλα. Ένα άλλο μέρος θα μπαινοβγαίνει στα ψυχιατρικά τμήματα των νοσοκομείων. Ένα τρίτο μέρος πιθανόν να πάει στις υπάρχουσες δομές αποσυλοποίησης που, όμως, επειδή δεν επαρκούν είναι ήδη πιεσμένες, κι αυτό σημαίνει ότι θα αυξηθεί αναγκαστικά ο αριθμός των ενοίκων αλλά θα πέσει η ποιότητα της φροντίδας.
Μια παρένθεση εδώ. Οι δομές αποασυλοποίησης δεν είναι απλά ένα κεραμίδι, ένα πιάτο φαΐ, τάβλι και τηλεόραση. Στον ξενώνα για παράδειγμα υπάρχει για τους κατοίκους ένα αναλυτικό πρόγραμμα αυτοφροντίδας, φροντίδας των δημόσιων χώρων, του κήπου, βόλτες στην πόλη, κλπ. Εάν λοιπόν, επειδή δεν υπάρχουν οι ξενώνες που χρειάζονται, οι υπάρχοντες γίνουν απλά καταλύματα, για να χωρέσουν όσοι περισσότεροι γίνεται, τέτοια προγράμματα απλά θα πάψουν να υπάρχουν. Το στοίβαγμα ανθρώπων, όποιοι κι αν είναι αυτοί, σημαίνει επιδείνωση της ποιότητας της ζωής τους· ακόμα χειρότερα για ανθρώπους που έχουν ανάγκη κοινωνικής επανένταξης μετά από την έναρξη ή μια σοβαρή υποτροπής της ψυχικής νόσου. 
Η αποασυλοποίηση είναι μια διαδικασία δυναμική και αφορά κυρίως τα νέα περιστατικά ψυχικά πασχόντων. Δεν είναι κάτι που λες “το έφτιαξα, άστο τώρα θα πάει μόνο του”. Φοβάμαι ότι η όποια δυναμική υπήρχε στην ελλάδα, θα σταματήσει. Κι όταν τα πράγματα σταματούν να πηγαίνουν εμπρός αρχίζουν να πηγαίνουν προς τα πίσω, δεν μένουν ακίνητα. Οπότε είναι πολύ πιθανό να διαμορφωθεί στην ελλάδα ένα νέο μοντέλο ασυλοποίησης, με την κεντρική εξουσία να νίπτει τας χείρας της. Να λέει ότι “εμείς τα κλείσαμε τα ψυχιατρεία, εσείς - η οικογένεια - πάτε τους ανθρώπους σας στα ιδιωτικά άσυλα”, αποενοχοποιούμενη που δεν προχώρησε την αποσυλοποίηση όσο έπρεπε, όταν έπρεπε. 
Τώρα πολλά απ’ αυτά τα ιδιωτικά άσυλα προσπαθούν να διατηρούν ένα προφίλ ανθρωπιστικό. Κάνουν σεμινάρια, συνέδρια, ημερίδες για την ψυχική υγεία, καλούν πανεπιστημιακούς, από δημόσιες σχέσεις τα πάνε καλά. Αλλά είναι άσυλα. Θα μείνεις εκεί μέχρι (και εάν) σε πάρει κάποιος συγγενής στο σπίτι του. Δηλαδή το πιθανότερο είναι να πεθάνεις εκεί.
Ένα άλλο μέρος, πολύ προβληματικό, της όποιας μεταρρύθμισης έγινε α λα ελληνικά, είναι οι ΚΟΙΣΠΕ. Κοινωνικοί συνεταιρισμοί περιορισμένης ευθύνης.

 

H ελευθερία είναι θεραπευτική (εξώφυλλο τ. 3-4, 1984 και τ.9, 1989): το περιοδικό της “κίνησης για τα δικαίωματα των ψυχασθενών” που στη δεκαετία του ‘80 έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στην πολιτικοποίηση των ζητημάτων σχετικά με τους ψυχασθενείς και την τότε mainstrem ψυχιατρική.

 

S.: Αυτό είναι παλιά ιστορία;
Στ.: Αυτό ξεκίνησε με τις ΘΕΣΥΝΟ, θεραπευτικές συνεταιριστικές μονάδες στα Χανιά και στη Λέρο τη δεκαετία του ‘90 κυρίως. Ήταν μια πρωτοβουλία απ’ τα κάτω, έξω απ’ το τότε υπάρχον θεσμικό πλαίσιο. Έγιναν νόμος του κράτους, με μια αναλυτική νομοθεσία, πριν καμιά δεκαετία αν δεν κάνω λάθος, που το 2011 αναθεωρήθηκε στη σημερινή της μορφή. Ο νόμος, σα νόμος, είναι πολύ προχωρημένος σ’ αυτό το θέμα. Προβλέπει συνεταιρισμούς, με την συμμετοχή ψυχικά πασχόντων, οι οποίοι πρέπει να έχουν τουλάχιστον το 50% των μεριδίων, επαγγελματίες της ψυχικής υγείας που θα έχουν τουλάχιστον το 35%, και το υπόλοιπο μέλη της τοπικής κοινωνίας. Προβλέπει ότι ο καθένας μπορεί να έχει όσες συνεταιριστικές μερίδες (κάτι σαν “μετοχές”) θέλει, αλλά όλοι έχουν από μία ψήφο, και προβλέπει ότι ένας τέτοιος συνεταιρισμός θα δουλεύει σαν επιχείρηση, με διευθύνοντα σύμβουλο και ένα επιχειρηματικό πλάνο, που θα παράγει ένα προϊόν που θα μπορεί να είναι ανταγωνιστικό στην αγορά. Και με όρους συνεταιριστικής διανομής οι εργαζόμενοι, που θα πρέπει να είναι αποκλειστικά ψυχικά πάσχοντες, θα παίρνουν το μερίδιό τους απ’ τα κέρδη. Κοισπε, λοιπόν, σημαίνει κυλικία σε δημόσιες υπηρεσίες, σημαίνει αγροτικά προϊόντα, σημαίνει υπηρεσίες όπως πλυντήρια αυτοκινήτων ή ίσως και ρούχων, σημαίνει εργαστήρια κεραμικής, ξυλουργικής, κλπ.
Αυτό το πράγμα προχώρησε ελάχιστα. Ο βασικός λόγος είναι ο παραγοντισμός των “από πάνω” διορισθέντων προέδρων των δ.σ. των κοισπε. Για παράδειγμα τον πρόεδρο του ψυχιατρείου των Χανίων, αυτού που έκλεισε, κολλητό όλων των ακροδεξιών, για να μην μείνει άνεργος τον έκαναν διευθυντή στο Δαφνί. [3] Αυτός λοιπόν φρόντισε να διαλύσει με τον τρόπο του τον συνεταιρισμό που υπήρχε στα Χανιά. Ενώ απασχολούσε και εξασφάλιζε εισόδημα σε καμμιά 50αριά ψυχικά πάσχοντες, μέσα σε 2 - 3 χρόνια, με δικό του πρόεδρο, τον διέλυσε ουσιαστικά, και τώρα είναι 10 - 20 άνθρωποι που ουσιαστικά είναι υποαπασχολούμενοι, κι ούτε βέβαια εξασφαλίζουν χρήματα ώστε να μπορούν να ζήσουν ανεξάρτητα. Όταν δούλευε ο συνεταιρισμός, οι ψυχικά πάσχοντες εξασφάλιζαν απ’ τη δουλειά τους 400 με 500 ευρώ, συν την σύνταξή τους απ’ την πρόνοια 500 ευρώ, οπότε μπορούσαν να ζουν αξιοπρεπώς. Να νοικιάζουν ένα σπίτι, να προσφέρουν, να ζουν χωρίς να εξαρτιώνται απ’ την ελεημοσύνη κανενός. Ε, το διέλυσαν. Έβαλαν τους δικούς τους ανθρώπους στα δ.σ., χάθηκε η αισιοδοξία, χάθηκε η κουλτούρα του εγχειρήματος. Για να δουλέψει ένας κοισπε ψυχικά πασχόντων πρέπει να συνδιαλέγεται με τις καλύτερες πλευρές της κοινωνικής κουλτούρας στο περιβάλλον του. Τα μήλα που παράγει ένας κοισπε, που μπορεί να είναι της ίδιας ποιότητας και στην ίδια τιμή με τα μήλα οποιουδήποτε παραγωγού, πρέπει να θεωρηθούν “άλλα μήλα” απ’ την ευρύτερη κοινότητα, όχι σαν ελεημοσύνη αλλά σαν συνειδητή στήριξη μιας διαδικασίας που προλαμβάνει την αναπηρία, και εμποδίζει τον εξοστρακισμό και τον αποκλεισμό. Και αυτό είναι κάτι πιο βαθύ και ευρύ από το να αναπτυχθεί απλώς μια συνεταιριστική επιχείρηση. 
Ε, αυτά δεν τα καταλάβαιναν οι τεχνοκράτες της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Έχει υπολογιστεί ότι 10 με 15 χιλιάδες ψυχικά πάσχοντες, θα μπορούσαν κάλλιστα να ωφεληθούν απ’ τον θεσμό των κοισπε, στην ελλάδα, και να είναι δημιουργικοί, και να συντηρούν κατά ένα ποσοστό τον ίδιο τον θεσμό, προσφέροντας και στους επόμενους. Φανταστείτε για παράδειγμα ότι οι νεότεροι ηλικιακά ψυχικά πάσχοντες μέσα στους συνεταιρισμούς θα δούλευαν κάπως παραπάνω για να βοηθηθούν και να ωφεληθούν οι πιο ηλικιωμένοι, που δεν θα είχαν τις ίδιες δυνάμεις. Ε, αντί γι’ αυτές τις 10 - 15 χιλιάδες, δε νομίζω να δουλεύουν περισσότεροι από καμιά 300αριά άνθρωποι, συνολικά, σε όλους τους κοισπε της ελλάδας. Ονομαστικά οι κοισπε είναι πολλοί, αλλά είναι φαντάσματα. Δεν δόθηκε ποτέ η πρέπουσα προσοχή σ’ αυτήν την ιστορία, αντίθετα, κι εκεί που λειτουργούσε υπονομεύτηκε.

Η  γενική ιδέα για την μεταρρύθμιση της αποασυλοποίησης, είναι ότι αυτό αφορά κάποιος “εξαντλημένους” απ’ την ψυχική ασθένεια ανθρώπους που είναι κλεισμένοι μέσα στα ψυχιατρεία και δεν μπορούν να μιλήσουν. Αλλά η ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν αφορά μόνον τις προηγούμενες γενιές ψυχικά πασχόντων, που ιδρυματοποιήθηκαν με ό,τι κακό αυτό σήμαινε για τους ίδιους. Αφορά ακόμα περισσότερο τους νέους ανθρώπους, αυτούς που νοσούν σήμερα κι αυτούς που θα νοσήσουν αύριο και μεθαύριο. Η ψυχική ασθένεια δεν είναι κάτι του παρελθόντος, δυστυχώς. 
Κι αυτό σημαίνει ότι το βούλιαγμα της μεταρρύθμισης, έτσι όπως έγινε στην ελλάδα, ακόμα κι αν τυπικά κλείσουν όλα τα δημόσια άσυλα, θα το πληρώσουν οι τωρινές και οι επόμενες γενιές. Και των ψυχικά πασχόντων, αλλά και πιο πέρα, στο συνολό της η κοινωνία. Κι όταν λέω θα το πληρώσουν το εννοώ, από όλες τις απόψεις. Και οικονομικά, και συναισθηματικά, και ηθικά, και στις σχέσεις, και στην ιδεολογία, και παντού. 
Απ’ την εμπειρία μου στο δημόσιο νοσοκομείο, βλέπω ότι το κοινωνικό στίγμα και οι ενοχές είναι το πρώτο πράγμα που βγαίνει μέσα στις οικογένειες, όταν κάποιο μέλος τους εμφανίσει συμπτώματα ψυχικής νόσου. Μεγάλο μέρος της δουλειάς που κάνω στο νοσοκομείο είναι να εκπαιδεύσω την κάθε οικογένεια στο να ξεπεράσει φόβους, άγνοιες, προκαταλήψεις και να συμπαρασταθεί με ενεργητικό τρόπο στον άνθρωπό της.

S.: Έχει αποτέλεσμα αυτή η εκπαίδευση;
Στ.: Όταν είναι σωστά όλα τα στοιχεία της αντιμετώπισης της ψυχικής ασθένειας, το πράγμα δείχνει να δουλεύει. Τι εννοώ με το “όλα τα στοιχεία”; Η συστηματική παρακολούθηση του ασθενούς· η εκπαίδευση του οικογενειακού του περιβάλλοντος ώστε να κατανοεί, ακόμα και να προλαμβάνει· και η ύπαρξη μιας στέρεης προοπτικής για τον ασθενή ακόμα κι αν δεν γίνει ποτέ εντελώς καλά, τότε η συντριπτική πλειοψηφία των οικογενειών που έχω συναντήσει είναι διατεθειμένη να σταθεί δίπλα στον ψυχικά πάσχοντα. 
Οι πιο δύσκολες περιπτώσεις είναι σε ασθενείς που είναι χρόνια σ’ αυτήν την κατάσταση, 50ρηδες, 60ρηδες, που δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν, δεν έχουν προοπτική, οπότε χρειάζονται μόνιμη και συνεχή φροντίδα στο σπίτι. Εκεί η οικογένεια είναι αρνητική. Αλλά για να φτάσουν οι άνθρωποι σε τέτοια κατάσταση περνούν πολλά χρόνια, όπου δεν είχαν την φροντίδα που έπρεπε. 
Οι πιο πολλοί αρρωσταίνουν πριν τα 30. Κι εκεί οι δυνατότητες της αποασυλοποίησης, σαν πρόληψη της αναπηρίας, είναι πολύ μεγάλες. Όταν, λοιπόν, τσακίζεται αυτό, όταν δεν υπάρχουν οι δομές στην ποιότητα και στην ποσότητα που θα έπρεπε, τότε ούτε η κοινωνία έχει να στηρίξει και να στηριχτεί κάπου.

S.: Ωστόσο, όλα αυτά τα χρόνια, που η αποασυλοποίηση θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί όχι μόνο σαν κλειστά δημόσια ψυχιατρεία αλλά σαν ξεπέρασμα και κατάργηση των ασύλων και της λογικής τους γενικά, δεν έχω υπόψη μου κάποιου είδους κινήσεις, εκ μέρους συγγενών ψυχικά πασχόντων, που να προσπαθήσουν να εμποδίσουν αυτό το τσάκισμα. Μόνο μεμονωμένες διαμαρτυρίες ή δημόσιες καταγγελίες εκ μέρους κάποιων (λίγων) γιατρών.
Στ.: Κοίτα, η οικογένεια, ακόμα κι όταν είναι επιδεικτική μιας εκπαίδευσης, είναι φοβισμένη, ενοχική και συντηρητική. Ντρέπεται για την κατάσταση του ανθρώπου της, και δεν θέλει “να το κάνει θέμα”. Συνεπώς θα μπορούσε να υπάρξει τέτοια κοινωνική κίνηση μόνο εάν εμφανιζόταν μια σοβαρή και στοιβαρή πρωτοβουλία εκ μέρους των επαγγελματιών της ψυχικής υγείας. Κατά τα άλλα υπάρχει στην ελλάδα μια οργάνωση συγγενών ψυχικά πασχόντων, η οποία όμως είναι απ’ τα πάνω ελεγχόμενη. Και αφορά ένα πάρα πάρα πολύ μικρό μέρος της κοινωνικής διάστασης του θέματος ψυχική ασθένεια. Είναι κάτι σαν λόμπι. 
Το στίγμα είναι λοιπόν ένα εμπόδιο. Ακόμα μεγαλύτερο εμπόδιο είναι το εξής. Αν δεν κλείσει εντελώς το παλιό σύστημα θα μένει πάντα η “διέξοδος”, σε άπειρα εισαγωγικά, του ασύλου. Της αποθήκης ψυχών, ιδιωτικής πια. Και άρα θα υπάρχει πάντα ένα καθεστώς, στο οποίο συμπεριλαμβάνω και τους επαγγελματίες της ψυχικής υγείας, γιατρούς κλπ, που θα δείχνει προς εκείνη την κατεύθυνση. Επειδή θεωρεί την ψυχική νόσο ανίατη ή, ακόμα περισσότερο, επειδή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βγάζει λεφτά απ’ το “ανίατο” του πράγματος.

Πρέπει να ξεκαθαρίσω εδώ ότι πολλές φορές είναι η ακαταλληλότητα της οικογένειας ή/και του στενού κοινωνικού περιβάλλοντος που μας υποχρεώνει να προστατέψουμε τον ψυχικά πάσχοντα κρατώντας τον μακρυά. Και πάλι όμως δεν είναι ο εγκλεισμός η απάντηση, με οποιαδήποτε έννοια. 
Λοιπόν. Η αποασυλοποίηση σίγουρα βελτιώνει την ποιότητα της ζωής εκείνων που έχουν μείνει έγκλειστοι για πολλά χρόνια. Αλλά το ακόμα μεγαλύτερο όφελος είναι οι διαδικασίες πρόληψης της αναπηρίας για τα νέα περιστατικά. Πρέπει να σταματήσει (για την ακρίβεια έπρεπε να έχει σταματήσει προ πολλού) το σύστημα να αναπαράγει τον αποκλεισμό, δηλαδή να αποτελειώνει τους ψυχικά πάσχοντες. Γι’ αυτό πρέπει άσυλα τύπου Δαφνί να περάσουν οριστικά στην ιστορία, να πάψουν να υπάρχουν σαν ενδεχόμενο θεραπείας ή φροντίδας. 
Πρέπει να γίνει κοινωνική γνώση ότι μεγάλα προβλήματα στην κατάσταση των ψυχικά πασχόντων δεν προκαλούνται μόνο απ’ τη νόσο αυτή καθ’ εαυτή, αλλά ακόμα εντονότερα απ’ την διαδρομή του πάσχοντα, σαν πάσχοντα, μέσα στην κοινωνία. Μέσα στις κοινωνικές σχέσεις. Αυτός που καταλήγει να ιδρυματοποιηθεί και να χάσει τις κοινωνικές του δεξιότητες, δεν είναι επειδή αυτό του ήταν γραμμένο. Δεν είναι επειδή αυτή θα ήταν έτσι κι αλλιώς η “μοίρα” του. Αλλά επειδή οι θεσμοί τον μεταχειρίστηκαν έτσι ώστε τελικά να τον αχρηστέψουν. Αν αυτοί οι τελευταίοι έγκλειστοι, στα 3 υπό κατάργηση ιδρύματα, είχαν αντιμετωπιστεί μέσα σ’ αυτά τα 20 - 25 χρόνια μέσα από άλλες διαδικασίες, μέσα από τις δομές της αποασυλοποίησης, τώρα δεν θα κουβεντιάζαμε καν και καν για την τύχη των ψυχιατρείων, καθώς δεν θα χρειάζονταν. 
Μου έλεγαν κάποιοι απ’ το ψυχιατρείο των Χανίων, αυτό που έκλεισε τελικά το 2006, ότι το ένα στα τρία περιστατικά που ζούσαν χωρίς ορατό τέλος στην ψυχοαποθήκη, ήταν προϊόν συναλλαγής της οικογένειας με τον ψυχίατρο. Έδιναν στο γιατρό φακελλάκι για να μην δώσει εξιτήριο. Ε, αν παίζει και περιουσία από πίσω; Καταλαβαίνεις...
Γι’ αυτό λέω ξανά ότι πρέπει να εξαφανιστεί απ’ τις θεραπευτικές επιλογές για την αντιμετωπίση της ψυχικής νόσου το άσυλο και ο εγκλεισμός.

S.: Εν τέλει, όταν σου δίνουν λεφτά για να αλλάξεις ένα σύστημα και να το κάνεις ανθρώπινο, κι εσύ τσεπώνεις τα λεφτά και τα κάνεις περιουσία, και μούρη, όταν δηλαδή η αξιοπρέπεια του άλλου γίνεται πρόσοδος για εσένα, τον ειδικό και τον επαΐοντα και τον πολιτικό προϊστάμενο, τότε που να βρουν το δίκιο τους αυτοί οι άνθρωποι, οι ψυχικά πάσχοντες; 
Στ.: Ακόμα και τώρα το να συνεχίσουν να κρατούνται στα δημόσια ψυχιατρεία είτε το να μεταφερθούν σε ιδιωτικά, μόνο δίκαιο δεν είναι. Γι’ αυτό επιμένω ότι “απαγορεύεται”, αν μπορώ να το πω έτσι, να τίθεται σα ζήτημα η διατήρηση των ψυχιατρείων, παρότι πράγματι, με τα τωρινά δεδομένα, το ερώτημα “και που θα πάνε αυτοί οι άνθρωποι;” είναι σωστό. Η πόρτα αυτή πρέπει να κλείσει, οριστικά. Αντί να μένει ανοικτή ή μισάνοιχτη ακόμα και τώρα, την ύστατη στιγμή, η απαίτηση, ο αγωνιστικός στόχος πρέπει να είναι ο αντίθετος. Να φτιαχτούν τώρα οι δομές αποασυλοποίησης που δεν υπάρχουν. Να φτιαχτούν καινούργιες, επιπλέον, να ενισχυθούν οι υπάρχουσες, να στελεχωθούν με ανθρώπους με αγάπη για την κοινοτική ψυχιατρική, που όντως ενδιαφέρονται για την αποασυλοποίηση, να δουλέψουν αυτές οι δομές, όπως και όσο έπρεπε να δουλεύουν ήδη.  
Στο κάτω κάτω αυτοί που δεν έχουν γνώμη σ’ αυτήν την ιστορία, τώρα, με το Δαφνί και το Δρομοκαΐτιο και το ψυχιατρείο της Θεσσαλονίκης, είναι ακριβώς αυτοί που θα έπρεπε να μας νοιάζουν. Οι ψυχικά πάσχοντες... Κι αν είχαν κάνει οι υπεύθυνοι όσα θα έπρεπε να κάνουν με τα χρήματα που πήραν, σήμερα δεν θα συζητάγαμε καθόλου για ψυχιατρεία καθώς θα είχαν κλείσει από μόνα τους.

Απ’ την μεριά τους οι ευρωπαίοι, που χρημαδότησαν την αποασυλοποίηση, είχαν αφήσει το ελληνικό σύστημα χαλαρό (απ’ την άποψη των ελέγχων) επειδή περίμεναν, ακριβώς, ότι μέσα σε 15 χρόνια θα έχουν φτιαχτεί οι δομές, θα έχει αλλάξει η νοοτροπία των επαγγελματιών της ψυχικής υγείας στην ελλάδα, η μεταρρύθμιση θα δουλεύει, οπότε φυσιολογικά και αθόρυβα θα τελειώσει το μοντέλο των ασύλων. Κάποια στιγμή κατάλαβαν ότι οι έλληνες τους κοροϊδεύουν. Και πάλι έδωσαν μια παράταση, ύστερα δεύτερη παράταση... Ε, πόσο να κοροϊδεύεις, ειδικά κάποιον που σου έχει δώσει έναν περίδρομο λεφτά;

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Αν και στο νόμο για την δημιουργία του ε.σ.υ., το 1983, προβλεπόταν κάποια ψυχιατρική μεταρρύθμιση στην ελλάδα, με κέντρο βάρος την αποασυλοποίηση, σχεδόν τίποτα δεν (θα) γινόταν για χρόνια. Το 1983 δημιουργήθηκε στις Βρυξέλες μια επιτροπή γιατρών και οικονομολόγων για να βοηθήσει την ε.ε. να συμβάλει στην μεταρρύθμιση της ψυχιατρικής στην ελλάδα. 
Η επιτροπή επισκέφτηκε την Λέρο. Ένα μέλος της, ο Alan Maynard, δήλωσε αργότερα:

Το νησί ήταν σαν φυλακή· η καταδίκη ήταν ισόβια, και όταν πέθαινε ένας ψυχικά πάσχων η μοίρα του ήταν να τον φορτώσουν σ’ ένα φορτηγάκι και να τον θάψουν κάπου, χωρίς κανένα σημάδι.

Εκείνη τη χρονιά εκτός απ’ τη Λέρο υπήρχαν αντίστοιχα κάτεργα στη Θεσσαλονίκη, στο Δαφνί και στην Κέρκυρα, με πάνω από 10.000 “χαμένες ψυχές”.
Η ευρωπαϊκή επιτροπή πρότεινε κατ’ αρχήν το να σταματήσουν οποιεσδήποτε καινούργιες “εισαγωγές” σ’ αυτά τα άσυλα. Στη βάση των συμβουλών της εκδόθηκε η ευρωπαϊκή οδηγία 815, το 1984, που αφορούσε αποκλειστικά την ελλάδα, την κατάσταση των υπηρεσιών και των δομών ψυχικής υγείας, και τα μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν απ’ την ελληνική κυβέρνηση. Προβλέφτηκε, επίσης, αποκλειστικά ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για την ελλάδα, για τα επόμενα 4 χρόνια. Αλλά ελάχιστα πράγματα έγιναν την επόμενη τετραετία· το ελληνικό κράτος δεν ήταν καν σε θέση να “απορροφήσει” αξιόπιστα και αποτελεσματικά τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Το 1988 παρέμεναν 1.200 ψυχικά πάσχοντες στη Λέρο, και η κατάσταση ήταν παρόμοια στα υπόλοιπα άσυλα. Συνεπώς, όταν ο observer έκανε παγκόσμιο θέμα το κακούργημα της Λέρου, το ελληνικό κράτος ήταν ήδη εκτεθειμένο σαν (στην καλύτερη των περιπτώσεων) ανίκανο να μεταρρυθμίσει τα ψυχιατρεία του.

2 - Το 2009 η ε.ε. απείλησε ότι θα ζητήσει πίσω όλα τα χρήματα με τα οποία είχε χρηματοδοτηθεί το πρόγραμμα “Ψυχαργώς” αφού το ελληνικό κράτος “καρκινοβατούσε” στην υλοποίησή του. Τα επίσημα στοιχεία εκείνης της χρονιάς σχετικά με το τι έπρεπε να έχει γίνει και τι είχε γίνει φαίνονται στον διπλανό πίνακα. Ωστόσο θα πρέπει να έχει κανείς πολλές επιφυλάξεις ακόμα και για το πως (και αν) λειτουργούσαν οι υποτιθέμενα υπαρκτές δομές. 
Τον Αύγουστο του 2011, ο Θ. Μεγαλοοικονόμου, ψυχίατρος στο Δαφνί, περιέγραφε σε συνέντευξή του στην “ελευθεροτυπία” ως εξής το φαγοπότι:

... Γενικά, το εγχείρημα των ΜΚΟ στην ψυχική υγεία, ή μάλλον η αποστολή που ανέλαβαν, με το αζημίωτο, να υλοποιήσουν, δεν ξεπέρασε ποτέ την κουλτούρα και την πρακτική των κατακερματισμένων, επιδερμικών και βραχύβιων, δήθεν υπηρεσιών, αντί για μια υπεύθυνη και ολοκληρωμένη κάλυψη των αναγκών μιας περιοχής - λειτουργώντας πάντα με άξονα το “μαγαζάκι” (που έγινε με κρατικά λεφτά) και πάνω σε λογικές “επιβίωσης” ενός ιδιωτικοοικονομικού μορφώματος, διαθέσιμου για κάθε χρήση. Σημειωτέον ότι αρχικά τα κονδύλια που λάμβανε μια ΜΚΟ, π.χ. για ένα οικοτροφείο μέσω του Γ' ΚΠΣ, ανέρχονταν περίπου στο ένα εκατομμύριο ευρώ για 18 μήνες, τα κονδύλια αυτά προορίζονταν για λειτουργικά έξοδα, μισθούς, κ.λπ., εκτός των δαπανών για τον εξοπλισμό, που ήταν πέραν του ποσού αυτού. Κάθε ΜΚΟ λειτουργούσε τουλάχιστον 3-4 ή και παραπάνω οικοτροφεία. Δηλαδή, λάμβανε ένα εκατ. ευρώ, πολλαπλασιασμένο για 2, 3, 4, ...6. Οι ίδιες οργανώσεις λάμβαναν επιπλέον χρήματα για τη λειτουργία άλλων δομών, όπως Κέντρα Ημέρας, κ.λπ. Επίσης σε πολλές ΜΚΟ υπήρχε ένας επιστημονικός υπεύθυνος για 2, 3 ή 4 δομές, ο οποίος εισέπραττε την αμοιβή των 5.000 ευρώ μηνιαίως, ως επιστημονικός υπεύθυνος, πολλαπλασιασμένη επί 2, 3 ή 4...

Είναι κομματάκι δύσκολο να χρεωθούν αυτά στη σατανική ε.ε. Το εύκολο είναι να χρεωθούν στις όποιες κυβερνήσεις, που ασφαλώς έχουν τεράστιες ευθύνες. Αλλά όσοι έφαγαν τα λεφτά “στην υγεία των κορόιδων” καθαρίζουν, κρυμμένοι από πίσω...

3 - Πρόκειται για τον γνωστό ακροδεξιό που έδινε πιστοποιητικά για βγάζουν τα βοθρολύματα άδειες οπλοφορίας, και δικαιολογητικά για να παίρνουν αναβολές στις δίκες τους. Τιμωρήθηκε για παράβαση καθήκοντος, και μετά ξετιμωρήθηκε και γύρισε στο πόστο του.

 

Τον Σεπτέμβρη του 2011 στη Σαλονίκη, στα απόνερα των “αγανακτισμένων”, εργαζόμενοι σε δομές αποασυλοποίησης διαδηλώνουν για το αντίθετο απ’ αυτό που διαδηλώνουν τον Σεπτέμβρη του 2014 οι εργαζόμενοι στο Δαφνί...

 

 

Γιατροί του Κόσμου

        Όπου υπάρχουν άνθρωποι...

Στοιχεία Επικοινωνίας

 

info@mdmgreece.gr

advocacy@mdmgreece.gr

(+30) 210 321 31 50

 

Ανακαλύψτε μας στα Social Media